Thursday, October 30, 2008

Με όλη του την κρέμα

Γλυκάκι μ', τι κάνεις;
Σου 'λειψα σου 'λειψα;
Μπα, ε;
Εμ, να, εδώ είμαι, δεν ψόφησα ακόμα, εκτός αν πέσει το αεροπλάνο αύριο.
Να σε πω και τα νέα μου (κι όμως έχω και νέα). Κατεβαίνω Κωλοχανείο για κάποιες μέρες.
Σε έπιασε σύγκρυο; Άρχισε η αναφυλαξία; Έβγαλες σπυράκια στον πωπώ σου; Άναψες τσιγάρο; Χέστηκες;
Μύρισε.
Μην ανησυχείς, πάντως! Ιγκόγκνιτο (σκατά στα μούτρα μου) κατεβαίνω. Έχω και 4 μήνες να την δω τη χαζο-Αθηνούλα μου, οπότε έκατσε η ευκαιρία. Βασικά, δεν κατεβαίνω για σένα, μην παίρνεις τα πάνω σου. Αν και για ένα καφέ θα σε πήγαινα, να σε κεράσω, να τα πούμε, να φχαριστηθούμε, να σε ιδώ να με ιδείς, να κάνουμε την πλάκα μας, να πλακωθούμε δηλαδή, να χαιρετιστούμε και να τα ξαναπούμε σε κανά εξάμηνο. Αλλά ότι δεν έρχομαι για σένα, αυτό να το ξέρεις, μην τον παίζεις και μάγκας μπεγλερωτός, έτσι; Μπράβο, το μανάρι μ'.

Η αφορμή, που λες, ήταν ένα συνέδριο που γίνεται στην Αιόλου. Είναι σαν όλα τα άλλα συνέδρια ανά την υφήλιο, όπου μαζεύονται οι κάθε λογοίς περισπούδαστοι, ξέρεις τώρα ποιοί, που είναι αμάμητοι ή κακομαμημένοι (ακόμα χειρότερα) , άντε μαζεύονται και κάποιοι που αξίζουν πραγματικά να τους παρακολουθήσεις, και λένε τσι αρλούμπες τους και τσι παπαρο-παπαρούνες τους, που ούτε οι ίδιοι δεν ξεύρουν ίντα λένε στο τέλος και μετά τρώνε lunch και breakfast και my ass και κάτι τρέχει στα Β.Π. (μια χαρά είναι τα γύφτικα, να τ΄ αφήσετε ήσυχα).
Θα πάω και 'γω η μαραμένη, όχι τίποτ' άλλο, να 'χω και μια δικαιολογία να πάρω 4 μέρες άδεια που δικαιούμαι, θα ρίξω κανανυπνάκο (μια λέξη πάντα) στα κλεφτά, θα κρατήσω και καμία κλάϊν σημείωση, έτσι για το θεαθήναι, θα ξύσω και λίγο το μόϋνι μόϋ, γιατί αρχίδια δεν έχω, ενώ άμα είχα, θα έξυνα πρώτα το δεξί μέχρι να ματώσει, μετά θα 'πιανα και τ' αριστερό, θα το μάτωνα κι αυτό και έπειτα θα ρευόμουνα πανηγυρικά (ρευόπουτσα υπάρχει;).


Οπότε, λέω να αφήσω για λίγο την πρωινή μου θέα








Για μια δόση γλυκιάς παρακμής




Εσύ τί λες; Καλά δεν κάνω;
Άντε βρε χαζέ, μου ΄λειψες κιόλας, αλλά αυτό στο ξανάπα και στην προηγούμενη ανάρτηση και σε λίγο θα νομίζεις, ξέρω εγώ τί θα νομίζεις, αλλά έλα που θέλω ακόμα να λέγομαι άνθρωπος (ξανασκατά στα μούτρα μου) και βασικά,
δεν είναι αυτό που νομίζεις, αλήθεια σου λέω, μην τρομάζεις, να,
σαν σκιάχτρο με κάνεις και αισθάνομαι, όχι ότι δεν είμαι δηλαδή. Αλλά μην τρομάζεις, βρε μανάρι μου, κάθε φορά που κατεβαίνω. Αντί να χαίρεσαι, να λες, καλά είναι, την υγειά της έχει, έρχεται κιόλας να δει τους δικούς της, να περάσει και καλά, εσύ εκεί τρόμος. Αφού το καταλαβαίνω, τι μου λες τώρα, μέχρι εδώ το αισθάνομαι, έχεις χεστεί επάνω σου. Καλύτερα να πέσει το αεροπλάνο αύριο δηλαδή, σε τέτοια φάση.
Όμως γιατί τόσος φόβος και πανικός βρε παιδάκι μου, ακόμα δεν το έχω καταλάβει, ντάξ' μπορεί και να έχω μια θεωρία, οκ, δε λεώ, μαλακία, μα,
πολύς τρόμος και πολύ κενό, με αντιλαμβάνεσαι; Πολύ μπύθουλας.
Κι ούτως ή άλλως η Αθήνα, ένας μπύθουλας είναι, οπότε ποιά η διαφορά...;
Ας είναι. Στην επόμενη ζωή λοιπόν.



Thursday, October 23, 2008

Δεύτερο στα γρήγορα

Μανάρι μου, τί νεά;
Καιρό είχαμε να τα πούμε, ε;
Εσύ καλά;
Όλα καλά εύχομαι!
Ετοιμάζομαι να σου γράψω για τον πιο πηγμένο και δημιουργικό, ως τώρα βέβαια, μήνα της ζωής μου και δεν ξέρω από πού να αρχίσω... Ίσως να σου ανέλυα καλύτερα μια μέρα μου, αλλά και πάλι δεν ξέρω πια να διαλέξω, καθημερινή, Sabbath ή Κυριακή; Διαφέρουν, όπως κατάλαβες...
Ξέρεις εκείνο το τραγουδάκι των Lost Bodies, που μου 'μαθε στο λύκειο η salomes-veils, που λέει, "είναι μερικές μέρες που έχω τελειώσει από το εργοστάσιο και κάθομαι και σκέπτομαι, μα τί κάναμε εκεί πέρα, είχαμε παλαβώσει, είχαμε τρελαθεί στους σωλήνες, όλη τη μέρα σωλήνες" κλπ κλπ, που στο τέλος επαναλαμβάνει σχιζοφρενικά το "που ρε πούστη μου δουλειά, που ρε πούστη μου δουλειά";
Ε, κάπως έτσι είναι μια μου μέρα. Σαν τις τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα. Σαν το σκατό που δεν έρχεται, και πηγαίνεις και ξαναπηγαίνεις ν' αποπατήσεις, αλλά αυτό, δεν.

Το πρωί, που λες, 7.30 πρέπει να παένω στην Αρχαιολογία. Δε σου λέω σε ποιά όμως, γιατί θα με κράξεις, αφού μια ζωή έλεγα, όχι, δεν πάω να δουλέψω με αυτές τις προϊσταμενο-αρχαιολογίνες, θα με πρήζουν, θα μου βγάζουν την πίστη, θα σιχτηρίζω. Αυτά έλεγα, ε;
Ρίξε μια ξηγημένη πενταδάκτυλη τώρα, να 'χω να μπανιερίζομαι.
Ξυπνάω είτε 7.30 (οπότε είμαι 8.00 εκεί) είτε 8.30 (οπότε φτάνω 9.00!), θα καταλάβεις μετά το γιατί. Όχι δεν είναι από τα αχαλίνωτα μεταμεσονύχτια μαμήσια, θα έπρεπε να 'μαι Αθήνα, για να λαχαίνει αυτό. Γκαϊφέ δεν προλαβαίνω να φτιάξω, ίσα που προλαβαίνω να βγάλω τις 118+1 τσίμπλες μου, ούτε τσιγάρο να στρίψω, συνήθως ψάχνω τον καπνό κανά δεκάλεπτο το πρωί κάτω από στίβες ρούχων και χαρτούρας. Ανεβαίνω στην οπισθοκίνητη τριαξονική Aprillia μου, στο σκουριασμένο ποδηλατάκι μου δηλαδή, και κατεβαίνω μια κατηφόρα, κοντά με 40-50km/h, αλήθεια σου λέω. Πότε θα πεταχτεί κανάς αγουροξυπνημένος να τονε πάρω σβάρνα, να σκάσω κι εγώ σε κανένα τοίχο, να γίνουμε happy tree friends, δεν ξέρω.

Κάπου στη διαδρομή, πάντα μα πάντα, κάποιος Κάγκουρας μου τη βιδώνει, γιατί γκαζώνει από πίσω, και καλά ότι του τη σπάω, που είμαι μπροστά με ποδήλατο και δεν πάω πιο γρήγορα από δαύτον, λες και θα πάει εκείνος πιο γρήγορα, αφού ξέρω ότι θα περάσει από καλντεριμάκια, όπου μόνο εγώ με το ταχύπλοό μου πάμε σπίντα, ενώ αυτός πάει με 5km/h, καθ' ότι τα αυτοκίνητα στο εν λόγω σημείο βαζελινώνονται πριν περάσουν. Διασχίζω κάθετα κι έναν πολυσύχναστο δρόμο, 100 φορές έχουν πάει να με πατήσουν, γαμοσταυρίζω εγώ, την κάνω και μέσα από κάτι στενάκια, άντε να με πιάσουν οι πρωινο-Γκάβλουρες. Φτάνω στην Αρχαιολογία, αφού έχω φτύσει τα σωθικά μου κι όλες τις μπάντες μου μέσα, ούσα καπνίστρια, μπουκάρω στο γραφείο, ανάσα ασθματικού, πειράζω τους συναδέλφους, λένε, α να, το τρελό ήρθε, το σαφρακιασμένο, πάλι τα ληγμένα κατάπιε, τρελή χαρά, όλα ωραία, μαμήσι.

Τί; Συγχύστηκες; Ναι, γλυκιέ μου. Μαμήσι. Πρωινό μάλιστα. Σαν αγχωμένη μαλακία, που λέει και το άσμα. Τώρα, γιατί είναι αγχωμένη αυτή η μαλακία, δεν θυμάμαι. Εγώ ξέρω ότι όταν τονεπαίζεις (μια λέξη πάντα), πρέπει να τονεπαίζεις βασιλικά, με το πάσο σου, αγάλι αγάλι. Αλλά στην Αρχαιολογία, σε συγκεκριμένο βέβαια τομέα..., η δουλειά είναι τέτοια: μαμήσι κατηγορίας αγχωμένης μαλακίας. Δε σου αναλύω με ποιόν τρόπο επιτυγχάνεται αυτό, ούτε περί μαλακίας θα σου αναλύσω, αν και γουστάρεις τρελό αγόρι, σε κατάλαβα από τη φωνή, τέλος. Στην άλλη ζωή οι λεπτομέρειες.
Τελειώνει, λοιπόν, το αχαλίνωτο μαμήσι κατά τις 3.00 (αν και επειδή είμαι πολύ θεά και στον όγκο και λάρτζ, το έχω τραβήξει και ως τις 5.30, ω ναι, σε δημόσια υπηρεσία, το μυαλό σου στον αυνανισμό είναι εσένα τώρα, το κατάλαβα, αλλά ξεκόλλα, έχουμε και δουλειές, τέσσερις για την ακρίβεια).





Εν συνεχεία, παίρνω των ομματιών μου, πάω σε καφετεριοειδές και διαβάζω για το ιδιαίτερο που ξεκινάει στις 5.30, βγάζω τα προαναφερθέντα μάτια μου πάνω από φυσικές, χημείες, μαθηματικά, γεωμετρίες. Μην παραξενεύσαι είμαι πασπαρτού, κάνω και αυτά τα μαθήματα, κάνω ό,τι θες, ό,τι γουσταίρνεις, πάλι τον αυνανισμό θα σκέφτεσαι τώρα, ξεκόλλα το μυαλό σου, να συνεχίσω. Ως τις 7.30 προσπαθώ να εμφυσίσω στην νέα γενιά δύσπεπτες και σπάνιες έννοιες, όπως άρκτος, πηλίκο, χερσόνησος, προάγω, ειδωλολατρία, βόρειος και νότιος πόλος και άλλες τέτοιες ακατανόητες λέξεις της παλαιάς και σύγχρονης χαμερπούς ελληνικής διαλέκτου. Κάπου στο τέλος του μαθήματος, τα τσιτσία μου, από το τράβηγμα, έχουν φτάσει ως τον αστράγαλο και συχνά πυκνά μπουρδουκλώνονται και στο πετάλι κι όχι τίποτα άλλο, δεν θέλω να μαυρίσουν από την πίσσα της ποδηλατο-αλυσίδας, γιατί είναι και πολύ σεμπλόν (όπως λέει η Ρουλίτσα κι ο Βασίλης) τσιτσία και στρογγυλά και ζουμερά και απαλά και στάνταρ σε κάβλωσα πάλι παλιο-χαρμάνι, ε; Μαζέψου τώρα, γιατί έρχεται το καλύτερο.

Αμανείναι (μια λέξη πάντα) Δευτέρα ή Πέμπτη, κατευθύνομαι στην σπιταρώνα μου και κάνω τριπλά τόλουπ πάνω σε επιμέλεια κειμένων για ένα site ως freelancher φελλόλογος.
Αμανείναι όλες, μα όλες οι υπόλοιπες μέρες, κατευθύνομαι προς το μπαράκι, από τις 8.00 έως 3.00/4.00/5.00 (έτσι κολλάει η ό,τι-να-ναι-ώρα άφιξης στην μετέπειτα πρωινή δουλειά).

Εδώ, αρχίζει το αληθινό μαμήσι, γιατί είναι μαμήσι-όργιο, δηλαδή δεν πηδιέμαι μόνο εγώ, πηδάω κι όλους τους άλλους, περιλούζοντάς τους ενίοτε με μπυρόνια, όταν είμαι σερβιτόρα και δεν κάνω την βαργούμαν (ναι, πήρα και προαγωγή). Φαντάσου ότι απασχολούμαι για 8 ώρες με φυστίκια, στάχτες από τάσους, παγάκια, ξερατά, κατρουλιά, σερβιέτες, κουραδο-υπολείμματα, κωλόχαρτα, δίσκους, κεράκια, αποδείξεις, σφουγγαρίστρες, σκούπες, μπύρες, ουίσκια, μπέρμπον (τί γαμάτη λέξη να την πείς, ενώ ρεύεσαι, ε;), καϊπιρίνιες, τεκίλες άσπρες-κίτρινες, σφηνάκια, λεμονάκια, πορτοκαλάκια, χυμούς (θα σου πω όλο τον κατάλογο σε λίγο), ξύδι, αλάτι, οδοντογλειφίδες, μπολάκια, πιατάκια, ποτήρια για μπύρες κόκκινες, weiss, pilsner, ποτήρια για McFarland, για Guiness, για Bud, για Chimay (το Forrest Gump και την κουβέντα για τις γαριδο-συνταγές, τη θυμάσαι;), ποτήρια χαμηλά, ποτήρια κρασιού, ποτήρια Perrier, ποτήρια νερού, σφηνακοπότηρα και.... .... ΚΑΙ;;;;; ΚΑΙ:::::::::::::::::::::::::








ποτήρια ΣΩΛΗΝΕΣ!!!

Αυτά.
Σε φιλώ και μου λείπεις, χαμένο.

Thursday, October 09, 2008

Ένα στα γρήγορα

Ο φανταστικός φιλόσοφος karaflokotsifaκος, σαν παιδί κι αυτός που παίζει, μου έδωσε την ευκαιρία να τον παίξω κι εγώ λίγο, αφού σήμερα δεν κρατάω το δίσκο, για να τον κάνω ιπτάμενο σε κανά μπούτι στο μπαράκι. Τάχιστα, λοιπόν, το παίγνιον έχει ως εξής:
να διαλέξω πέντε ερωτήσεις που θα έκανα σε έναν φιλόσοφο (κοτσυφάκο, δεν θα πάει για σενα η ερώτηση, μη φρικάρεις), σε έναν παλιό έρωτα (ωχ... σου 'ρχεται...), σε ένα μέντιουμ (άλλο πάλι και τούτο), σε ένα παιδί (αδερφή, for u) και στον καθρέφτη μου (θα πάρω κι απάντηση;).


Σ' ένα φιλόσοφο: Δεν βρίσκεις δουλειά και τα ξύνεις.... ή απλά σε τρώνε; ["χράτσα χρούτσα"]

Σ' ένα παλιό έρωτα: Ρε συ, 10:00 ή 11:00 είπαμε Προπύλαια; [λέμε και κανά αστείο να περάσει η ώρα]

Σ' ένα μέντιουμ: Πότε θα κάνει ξαστεριά, οέο; [μετάφραση: πότε θα 'χω το χρόνο να "χράτσα χρούτσα";]

Σ' ένα παιδί: Πώς την παλεύεις με το συνάφι των μεγάλων, Ιωαννίτσα μου; [απάντ: μεγαλώνω απότομα...]

Στον καθρέπτη μου: Μαλάάάάκα, μαύροι κύκλοι είναι αυτοί;