Μανάρι μου, τί νεά;
Καιρό είχαμε να τα πούμε, ε;
Εσύ καλά;
Όλα καλά εύχομαι!
Ετοιμάζομαι να σου γράψω για τον πιο πηγμένο και δημιουργικό, ως τώρα βέβαια, μήνα της ζωής μου και δεν ξέρω από πού να αρχίσω... Ίσως να σου ανέλυα καλύτερα μια μέρα μου, αλλά και πάλι δεν ξέρω πια να διαλέξω, καθημερινή, Sabbath ή Κυριακή; Διαφέρουν, όπως κατάλαβες...
Ξέρεις εκείνο το τραγουδάκι των Lost Bodies, που μου 'μαθε στο λύκειο η salomes-veils, που λέει, "είναι μερικές μέρες που έχω τελειώσει από το εργοστάσιο και κάθομαι και σκέπτομαι, μα τί κάναμε εκεί πέρα, είχαμε παλαβώσει, είχαμε τρελαθεί στους σωλήνες, όλη τη μέρα σωλήνες" κλπ κλπ, που στο τέλος επαναλαμβάνει σχιζοφρενικά το "που ρε πούστη μου δουλειά, που ρε πούστη μου δουλειά";
Ε, κάπως έτσι είναι μια μου μέρα. Σαν τις τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα. Σαν το σκατό που δεν έρχεται, και πηγαίνεις και ξαναπηγαίνεις ν' αποπατήσεις, αλλά αυτό, δεν.
Το πρωί, που λες, 7.30 πρέπει να παένω στην Αρχαιολογία. Δε σου λέω σε ποιά όμως, γιατί θα με κράξεις, αφού μια ζωή έλεγα, όχι, δεν πάω να δουλέψω με αυτές τις προϊσταμενο-αρχαιολογίνες, θα με πρήζουν, θα μου βγάζουν την πίστη, θα σιχτηρίζω. Αυτά έλεγα, ε;
Ρίξε μια ξηγημένη πενταδάκτυλη τώρα, να 'χω να μπανιερίζομαι.
Ξυπνάω είτε 7.30 (οπότε είμαι 8.00 εκεί) είτε 8.30 (οπότε φτάνω 9.00!), θα καταλάβεις μετά το γιατί. Όχι δεν είναι από τα αχαλίνωτα μεταμεσονύχτια μαμήσια, θα έπρεπε να 'μαι Αθήνα, για να λαχαίνει αυτό. Γκαϊφέ δεν προλαβαίνω να φτιάξω, ίσα που προλαβαίνω να βγάλω τις 118+1 τσίμπλες μου, ούτε τσιγάρο να στρίψω, συνήθως ψάχνω τον καπνό κανά δεκάλεπτο το πρωί κάτω από στίβες ρούχων και χαρτούρας. Ανεβαίνω στην οπισθοκίνητη τριαξονική Aprillia μου, στο σκουριασμένο ποδηλατάκι μου δηλαδή, και κατεβαίνω μια κατηφόρα, κοντά με 40-50km/h, αλήθεια σου λέω. Πότε θα πεταχτεί κανάς αγουροξυπνημένος να τονε πάρω σβάρνα, να σκάσω κι εγώ σε κανένα τοίχο, να γίνουμε happy tree friends, δεν ξέρω.
Κάπου στη διαδρομή, πάντα μα πάντα, κάποιος Κάγκουρας μου τη βιδώνει, γιατί γκαζώνει από πίσω, και καλά ότι του τη σπάω, που είμαι μπροστά με ποδήλατο και δεν πάω πιο γρήγορα από δαύτον, λες και θα πάει εκείνος πιο γρήγορα, αφού ξέρω ότι θα περάσει από καλντεριμάκια, όπου μόνο εγώ με το ταχύπλοό μου πάμε σπίντα, ενώ αυτός πάει με 5km/h, καθ' ότι τα αυτοκίνητα στο εν λόγω σημείο βαζελινώνονται πριν περάσουν. Διασχίζω κάθετα κι έναν πολυσύχναστο δρόμο, 100 φορές έχουν πάει να με πατήσουν, γαμοσταυρίζω εγώ, την κάνω και μέσα από κάτι στενάκια, άντε να με πιάσουν οι πρωινο-Γκάβλουρες. Φτάνω στην Αρχαιολογία, αφού έχω φτύσει τα σωθικά μου κι όλες τις μπάντες μου μέσα, ούσα καπνίστρια, μπουκάρω στο γραφείο, ανάσα ασθματικού, πειράζω τους συναδέλφους, λένε, α να, το τρελό ήρθε, το σαφρακιασμένο, πάλι τα ληγμένα κατάπιε, τρελή χαρά, όλα ωραία, μαμήσι.
Τί; Συγχύστηκες; Ναι, γλυκιέ μου. Μαμήσι. Πρωινό μάλιστα. Σαν αγχωμένη μαλακία, που λέει και το άσμα. Τώρα, γιατί είναι αγχωμένη αυτή η μαλακία, δεν θυμάμαι. Εγώ ξέρω ότι όταν τονεπαίζεις (μια λέξη πάντα), πρέπει να τονεπαίζεις βασιλικά, με το πάσο σου, αγάλι αγάλι. Αλλά στην Αρχαιολογία, σε συγκεκριμένο βέβαια τομέα..., η δουλειά είναι τέτοια: μαμήσι κατηγορίας αγχωμένης μαλακίας. Δε σου αναλύω με ποιόν τρόπο επιτυγχάνεται αυτό, ούτε περί μαλακίας θα σου αναλύσω, αν και γουστάρεις τρελό αγόρι, σε κατάλαβα από τη φωνή, τέλος. Στην άλλη ζωή οι λεπτομέρειες.
Τελειώνει, λοιπόν, το αχαλίνωτο μαμήσι κατά τις 3.00 (αν και επειδή είμαι πολύ θεά και στον όγκο και λάρτζ, το έχω τραβήξει και ως τις 5.30, ω ναι, σε δημόσια υπηρεσία, το μυαλό σου στον αυνανισμό είναι εσένα τώρα, το κατάλαβα, αλλά ξεκόλλα, έχουμε και δουλειές, τέσσερις για την ακρίβεια).

Εν συνεχεία, παίρνω των ομματιών μου, πάω σε καφετεριοειδές και διαβάζω για το ιδιαίτερο που ξεκινάει στις 5.30, βγάζω τα προαναφερθέντα μάτια μου πάνω από φυσικές, χημείες, μαθηματικά, γεωμετρίες. Μην παραξενεύσαι είμαι πασπαρτού, κάνω και αυτά τα μαθήματα, κάνω ό,τι θες, ό,τι γουσταίρνεις, πάλι τον αυνανισμό θα σκέφτεσαι τώρα, ξεκόλλα το μυαλό σου, να συνεχίσω. Ως τις 7.30 προσπαθώ να εμφυσίσω στην νέα γενιά δύσπεπτες και σπάνιες έννοιες, όπως άρκτος, πηλίκο, χερσόνησος, προάγω, ειδωλολατρία, βόρειος και νότιος πόλος και άλλες τέτοιες ακατανόητες λέξεις της παλαιάς και σύγχρονης χαμερπούς ελληνικής διαλέκτου. Κάπου στο τέλος του μαθήματος, τα τσιτσία μου, από το τράβηγμα, έχουν φτάσει ως τον αστράγαλο και συχνά πυκνά μπουρδουκλώνονται και στο πετάλι κι όχι τίποτα άλλο, δεν θέλω να μαυρίσουν από την πίσσα της ποδηλατο-αλυσίδας, γιατί είναι και πολύ σεμπλόν (όπως λέει η Ρουλίτσα κι ο Βασίλης) τσιτσία και στρογγυλά και ζουμερά και απαλά και στάνταρ σε κάβλωσα πάλι παλιο-χαρμάνι, ε; Μαζέψου τώρα, γιατί έρχεται το καλύτερο.
Αμανείναι (μια λέξη πάντα) Δευτέρα ή Πέμπτη, κατευθύνομαι στην σπιταρώνα μου και κάνω τριπλά τόλουπ πάνω σε επιμέλεια κειμένων για ένα site ως freelancher φελλόλογος.
Αμανείναι όλες, μα όλες οι υπόλοιπες μέρες, κατευθύνομαι προς το μπαράκι, από τις 8.00 έως 3.00/4.00/5.00 (έτσι κολλάει η ό,τι-να-ναι-ώρα άφιξης στην μετέπειτα πρωινή δουλειά).
Εδώ, αρχίζει το αληθινό μαμήσι, γιατί είναι μαμήσι-όργιο, δηλαδή δεν πηδιέμαι μόνο εγώ, πηδάω κι όλους τους άλλους, περιλούζοντάς τους ενίοτε με μπυρόνια, όταν είμαι σερβιτόρα και δεν κάνω την βαργούμαν (ναι, πήρα και προαγωγή). Φαντάσου ότι απασχολούμαι για 8 ώρες με φυστίκια, στάχτες από τάσους, παγάκια, ξερατά, κατρουλιά, σερβιέτες, κουραδο-υπολείμματα, κωλόχαρτα, δίσκους, κεράκια, αποδείξεις, σφουγγαρίστρες, σκούπες, μπύρες, ουίσκια, μπέρμπον (τί γαμάτη λέξη να την πείς, ενώ ρεύεσαι, ε;), καϊπιρίνιες, τεκίλες άσπρες-κίτρινες, σφηνάκια, λεμονάκια, πορτοκαλάκια, χυμούς (θα σου πω όλο τον κατάλογο σε λίγο), ξύδι, αλάτι, οδοντογλειφίδες, μπολάκια, πιατάκια, ποτήρια για μπύρες κόκκινες, weiss, pilsner, ποτήρια για McFarland, για Guiness, για Bud, για Chimay (το Forrest Gump και την κουβέντα για τις γαριδο-συνταγές, τη θυμάσαι;), ποτήρια χαμηλά, ποτήρια κρασιού, ποτήρια Perrier, ποτήρια νερού, σφηνακοπότηρα και.... .... ΚΑΙ;;;;; ΚΑΙ:::::::::::::::::::::::::
ποτήρια ΣΩΛΗΝΕΣ!!!
Αυτά.
Σε φιλώ και μου λείπεις, χαμένο.